RECENT POSTS

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Διοικητική Ιστορία Κοινότητας Στροπώνων

  • Στις 28/12/1836 δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά η διοικητική διαίρεση της Εύβοιας και οι Στρόπωνες αποτέλεσαν έδρα του Δήμου Διρφύων.
  • Το Νοέμβριο του 1840 καταργήθηκε ο Δήμος Διρφύων και το Χωρίο υπάχθηκε στο Δήμο Ληλαντίων.
  • Στις 13/01/1875 ο Δήμος Ληλαντίων μετασχηματίστηκε στους Δήμους Ληλαντίων και Διρφύων και οι Στρόπωνες αποτέλεσαν ξανά έδρα του Δήμου Διρφύων.
  • Στις 10/01/1876 οι Δήμοι Ληλαντίων και Διρφύων ενώθηκαν σε ένα Δήμο, το Δήμο Ληλαντίων και οι Στρόπωνες αποτέλεσαν έδρα του Δήμου Ληλαντίων.
  • Στις 14/08/1882 ο Δήμος Ληλαντίων μετασχηματίστηκε πάλι στους Δήμους Ληλαντίων και Διρφύων και το Χωριό υπάχθηκε στο Δήμο Διρφύων.
  • Στις 16/08/1912 όταν καταργήθηκε ο Δήμος Διρφύων το Χωριό ορίστηκε έδρα της κοινότητας Στροπώνων, ταυτόχρονα ο οικισμός Λάμαρι υπάχθηκε στην κοινότητα
  • Στις 11/03/1919 ο οικισμός Λάμαρι αποσπάστηκε από την κοινότητα Στροπώνων και ορίστηκε έδρα της κοινότητας Λάμαρι.
  • Στις 04/07/1925 ο οικισμός καταργήθηκε και συνενώθηκε με την κοινότητα Στροπώνων.
  • Στις 06/07/1929 ο οικισμός Λάμαρι ξανά αποσπάστηκε από την κοινότητα και ορίστηκε ξανά έδρα της κοινότητας Λάμαρι.
  • Στις 29/12/1933 ο οικισμός Λάμαρι ξανά καταργήθηκε και συνενώθηκε με την κοινότητα Στροπώνων.
  • Στις 16/10/1940 η ονομασία του οικισμού Λάμαρι διορθώθηκε σε Λάμαρη.
  • Στις 19/03/1961 αναγνωρίστηκε ο οικισμός Αγία Ειρήνη και υπάχθηκε στην κοινότητα Στροπώνων.
  • Στις 05/04/1981 αναγνωρίστηκε ο οικισμός Παραλία Χιλιαδού και υπάχθηκε στην κοινότητα Στροπώνων.
  • Στις 04/12/1997 η κοινότητα καταργήθηκε και υπάχθηκε στο Δήμο Διρφύων ως Δημοτικό Διαμέρισμα.
Υ.Γ: Τέλος αυτή τη στιγμή που μιλάμε το Χωριό Στρόπωνες αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του νέου πλέον Δήμου Μεσσαπίων- Διρφύων.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα

ΜΑΡΟΥΣΑ Η ΣΤΡΟΠΩΝΙΑΤΙΣΣΑ

Το 1886 εκδόθηκε στην Αθήνα από τον Νικόλαο Αντωνόπουλο το μυθιστόρημα Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα. Στον επίλογό του ο συγγραφέας αναφέρει ότι έγραψε το μυθιστόρημα από σημειώσεις που είχε κρατήσει Γάλλος περιηγητής ο οποίος έξι χρόνια μετά τα γεγονότα που περιγράφονται σταμάτησε στου Κοντοδεσπότη την βρύση ανάμεσα στα χωριά Στενή και Στρόπωνες, για να ξεκουραστεί. Σε μια στιγμή άκουσε μοιρολόγια, κοιτάζει και βλέπει έναν άνδρα και μια γυναίκα μπροστά σε δυο ξύλινους σταυρούς να θρηνούν. Φωνάζει τον διερμηνέα και μέσω αυτού ρωτάει γιατί κλαίνε. Ήταν δυο από τους ήρωες του μυθιστορήματος ο Τάσος και η Γιαννούλα, οι οποίοι του διηγήθηκαν με ζωηρότητα και ακρίβεια την ιστορία του Γιάννου και της Μαρούσας. Ο ξένος έμεινε εμβρόντητος. Έγραψε την ιστορία αλλά ατυχώς πνίγηκε σε κάποιο ταξίδι του «και έλαχεν, γράφει ο Αντωνόπουλος, ο κλήρος εις ημάς τους αδαείς να γράψωμεν αυτήν προς ζημίαν προφανώς των ηρώων μας».

- Στο μυθιστόρημα αυτό, που αποτελείται από 132 σελίδες, ο Νικόλαος Αντωνόπουλος (σημειώνουμε περιληπτικότατα) αναφέρεται στο ειδύλλιον που αναπτύχθηκε κατά τις αρχές του 1821 του Στενιώτη νεαρού ποιμένα Γιάννου και της Στροπωνιάτισσας νεαρής Μαρούσας, στη βρύση του Κοντοδεσπότη ή Δεσπότη όπως λέγεται σήμερα που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Στενής και Στροπώνων και το οποίον (ειδύλλιον) διέκοψε ο Μουράτ Εφέντης τον Απρίλη του 1821, όταν διερχόμενος από τη βρύση αυτή με τη συνοδεία του, διέταξε και έδεσαν το Γιάννο, τη δε Μαρούσα την άρπαξε και την έκλεισε στο χαρέμι του στη Χαλκίδα. Το γεγονός αυτό, όπλισε με μεγαλύτερο μίσος τον Γιάννο κατά του Μουράτ και όλων των Τούρκων και με συντρόφους τους Στενιώτες Μπαρμπαμήτρον, Τάσιον, Γιώργον, Σπύρον Γιαννούλαν και άλλους, μετέσχε κατά την διάρκεια της επαναστάσεως, σε αγώνες εναντίον του Μουράτ στην Εύβοια και αλλού. - Όταν το Σεπτέμβριο του 1825, η Μαρούσα, η οποία είχε παραφρονήσει, λόγω του εγκλεισμού της στο χαρέμι, είχε αφεθεί ελεύθερη, περιφερόταν στη Χαλκίδα και επιζητούσε να μεταβεί στου Κοντοδεσπότη τη βρύση, να συναντήσει το Γιάννο της. Συνοδός της στην πορεία αυτή προς τη βρύση ήταν ο ίδιος ο Γιάννος, ο οποίος παρά τους αγώνες που διεξήγαγε, δεν έπαυε να σκέπτεται την αγαπημένη του, ριψοκινδυνεύων για την Μαρούσα. Η Μαρούσα λόγω της παραφροσύνης της δεν τον αναγνώρισε. Και όταν πλέον έφτασαν στη βρύση, η Μαρούσα ανέκραξε. Γιάννο μου!! και τότε τον αναγνώρισε και ιαθείσα από την παραφροσύνη της αγκαλιάστηκαν. Αλλά αλίμονο, από τη μεγάλη συγκίνηση, εντός ολίγου η Μαρούσα έπεσε νεκρή στην αγκαλιά του Γιάννου και αυτός απ' την απελπισία του, έβγαλε το μαχαίρι του και ψιθυρίζων «Κοντά σου θάρθω Μαρούσα μου», το ενέπυξε στην καρδιά του.


Πηγή: evia-history

Μαρούσα η Στροπωνιάτισσα

Η ΜΑΡΟΥΣΑ Η ΣΤΡΟΠΩΝΙΑΤΙΣΣΑ ΚΑΙ Η ΕΥΒΟΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η ΜΑΡΟΥΣΑ Η ΣΤΡΟΠΩΝΙΑΤΙΣΣΑ ΚΑΙ Η ΕΥΒΟΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Είμαι ώρες πολλές, σ' ένα μεγάλο αθηναϊκό βιβλιοπωλείο. Στέκω όρθιος και φυλλομετρώ αβέρτα «τας νέας εκδόσεις». Γέμισεν η Ελλάς συγγραφείς πάσης φύσεως... Αν πεις για λογοτέχνες και ποιητές υπερβαίνουν κατά πολύ τους αναγνώστες. Ανάμεσα σ' αυτούς και ημείς αυτοί... Και μέσα στην μονάκριβη και αδιατίμητη μοναξιά μας συνομιλούμε με κάποιον συνομήλικό μας, ή με τον ίδιο τον εαυτό μας.

Κάνουμε και συστάσεις, άμα χρειαστεί, για πρόσωπα και κείμενα, παραπέμποντας κυρίως στο ομώνυμο βιβλίο του δασκάλου μας Γιώτα. Μι! Ιδία, όταν πρόκειται, για περί-πτώσεις Μεσοπολέμου. Αμα όμως πρόκειται για τα νυν τεκταινόμενα της Λογοτεχνίας μας, τότες δεν κρύβουμε την οδύνη μας και την απογοήτευσή μας. Και για να μη στεναχωρούμε τον εαυτό μας - σε ώρα αιχμής νέφους και κυκλοφορίας αποστασιοποιούμαστε. Δεν παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά, ουδενός. Γιατί δεν θέλουμε, ειλικρινά, να διαψεύσουμε τις καλές μας προθέσεις, αφήνοντας ίχνη αποσάθρωσης στον αποκαρδιωμένο ποιητή. Και ευρισκόμενοι, σε μια τέτοια ψυχολογική κατάσταση, αναλογιζόμαστε πιο πολύ την Πνευματική ζωή της Επαρχίας, όπου και διαμένουμε, τον περισσότερο καιρό μας. Και ενώ ανά και δια-λογιζόμαστε όλα αυτά, νάσου ένας φίλος μας... με ένα έντυπο και σαν να ήθελε να το προσέξω... Το κοίταξα λοξά και διαπίστωσα πως ήτανε ο ... «Μαριάμπας» σε παλαιά έκδοση Παπαδογιάννη 1935 και με εικόνες Λ. Πολυκανδριώτη!!! - Ωραίο βιβλίο μου κάνει. Το καλύτερο του Μεσοπολέμου και στην πρώτη του τυπογραφική εμφάνιση ήμαν τυχερός, που το πέτυχα.... Εγώ δεν του λέγω, μήτε ναι, μήτε όχι. Είχα καταλάβει τις προθέσεις του. Ήταν ένας Φονταμελιστής φανατισμένος «θρησκευόμενος» τοπικιστής και «εθνικιστής» μαζί. Και πάντα όταν έβρισκε ευκαιρία με πείραζε περί τα λογοτεχνικά, ιδίως. Και ότι και αν του έλεγα, δεν με παρεξηγούσε άλλωστε ήξερα, πως δεν του ήμουνα αντιπαθητικός. Δεν του ήμουνα... γιατί χρειάζεται να έχει πολύ μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο, για να καταλήξεις στην αντιπάθεια και να σε απεχθάνονται όλοι. - Δεν μου μιλάς, μου κάνει δυσαρεστημένς, σε ό,τι σε ρώτησα... Μα θα σε κάνω, θέλεις δε θέλεις, να μου μιλήσεις θα σπάσω την απρεπή σιωπή... σου αν σου πω, πως: εάν εξαιρεθεί αυτός, τίποτα δεν έχετε από μυθιστόρημα στο «βοϊδονήσι» σας. - Έχουμε -είπα να πω- την «Μαρούσα την Στρωπονιάτισσα» του Αντωνόπουλου, αλλά συγκρατήθηκα. Το είπα από μέσα μου, για να μη γίνω... «γελοίος». Ύστερα συλλογίστηκα... Δεν ξέρω... έχει κάνει τίποτα εκείνος ο.... Παπαδήμας με το μυθιστόρημα; Αν όχι τότε σειρά έχει ο Πάνος... Σαμαράς ο εμπνευσμένος μυθιστοριογράφος της «Χιονοθύελλας» του «Διάσελου» και της «Νύχτας». Ελάσσων όμως κι αυτός και ... μιμητής του Σκαρίμπα... ούτε καν μαθητής. Εμεινε πάλι εν σιωπή, σκεπτόμενος και εκείνος με χλεύαζε με το βλέμμα του και με τον απάνθρωπο κυνισμό του.... Και εξακολουθούσε να μου λέγει με την πολυσήμαντη σιβυλλική γλώσσα της Σιωπής... «Υπάρχει ευβοϊκό μυθιστόρημα»; - Ναι του λέγω υπάρχει η «Λυσίκομη Εκάβη» του Λούλη. Χαμογέλασε ειρωνικότατα. Ότι ήξερε τα πάντα και τίποτα σαν τον Πουανκαρέ. Είχε χρηματίσει χρόνια πολλά ως κριτικός των βιβλίων στα εγκυρότερα λογοτεχνικά περιοδικά της πρωτεύουσας. Εντάξει μου κάνει ο... της οικογενείας των ασπουδάχτων κι αυτός... πάλι καλά... αλλά κι αυτός απολίθωμα, κατάλοιπο θλιβερό της γνωστής παραδοσιακής γραφής, της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Αλλο που πρόταξε, και νομιμοποίησε μου λέγει τα αυτοβιογραφικά του δεδομένα ο Λ. Τίποτ' άλλο δεν μπόρεσε να κάνει. Δεν αμφισβήτησε στα γραπτά του την λογική αλληλουχία, αγνόησε την υπερπραγματική αυτόματη γραφή αγνόησε την εσωτερική εστίαση και τις ανησυχίες της ψυχής και μόλις ξεπέρασε την ηθογραφία. Η συνομιλία σταμάτησεν εκεί... τα βάζεις είπα μέσα μου με τους επαϊοντες κακούς; Αυτοί μοιάζουν με τους πρώσους χαφιεδοεμιγκρέζες, που καθώς έλεγε ο Χάινε στο Μαρξ «είναι τόσο επικίνδυνοι, γιατί δεν πληρώνονται ποτέ, ενώ πάντα ελπίζουν να... πληρωθούν... για τη θέση, και μόνο άρνησης που παίρνουν...



Πηγή: evia-history